Ημερολόγιο επίσκεψης στο Κέντρο Ασυνόδευτων Ανηλίκων Αγιάσσου



1.Φτάνοντας στον χώρο:


Την Τετάρτη 18/11/2009 συμμετείχα σε μία ομάδα φοιτητών του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας , που συνοδεία της καθηγήτριας του μαθήματος «Εισαγωγή στην Κοινωνική Ανθρωπολογία» κας Πλεξουσάκη, πραγματοποιήσαμε επίσκεψη σε ένα κέντρο ανήλικων αλλοδαπών κοντά στην Αγιάσσο της Λέσβου, περίπου 40 λεπτά δυτικότερα της πρωτεύουσας του νησιού, της Μυτιλήνης. Πριν φτάσω εκεί γνώριζα μόνο το όνομα του κέντρου («Κέντρο Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων Αγιάσσου») και ότι εκεί διαβιούν κάποια αλλοδαπά ανήλικα άτομα μέχρι την ενηλικίωσή τους. Δεν μου είχε δοθεί άλλη ευκαιρία να μάθω περισσότερες πληροφορίες για αυτήν την ιδιαίτερη ομολογουμένως κοινωνική ομάδα, οπότε η ανυπομονησία μου καθώς πλησιάζαμε μεγάλωνε.

Αφού περάσαμε την Αγιάσσο, περίπου 5 λεπτά μετά, το λεωφορείο ξαφνικά σταμάτησε στη μέση του πουθενά! Κατεβήκαμε. Στα αριστερά του δρόμου ορθωνόταν μια σιδερένια -όμορφα καλλιτεχνημένη- πύλη, που έκρυβε πίσω της έναν μακρύ τσιμεντένιο δρόμο, ο οποίος θαρρείς σε οδηγούσε σε μια εξοχική αριστοκρατική βίλλα, βυθισμένη στην αγκαλιά ενός καταπράσινου φυσικού περιβάλλοντος. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, σχεδόν καλοκαιρινή, (λες και αντιστεκόταν πεισματικά στις βουλές της τρέχουσας εποχής), η φύση ζωντανή, συνέχιζε να ακμάζει και να ανθεί, και ο καθαρός γαλάζιος ουρανός στα μάτια μου φάνταζε σύμβολο έμπνευσης και ονειροπόλησης. Τι ωραία μέρα σκέφτηκα… Περάσαμε την πύλη και καθώς διασχίζαμε τον μακρύ δρόμο, μια απέραντη ησυχία (σαν από γαλήνη) μας συνόδευε. Σχεδόν στο τέλος του δρόμου κάποια σκυλάκια ξεπρόβαλλαν. Έπαιζαν αμέριμνα, ούτε καν ανησύχησαν από την επίσκεψή μας. Φαίνονταν απρόθυμα να διακόψουν τα συντροφικά χαϊδολογήματά τους και έτσι δεν τα ανησυχήσαμε περισσότερο.


2. Είσοδος στο κτίριο – η πρώτη επαφή:

Λίγα μέτρα μετά τα σκυλιά, μπροστά μας, φανερώθηκε ένα μεγάλο λευκό κτίριο με λίγα σκαλάκια πριν την είσοδό του. Μόλις ανεβήκαμε τα σκαλάκια, μας υποδέχτηκαν δυο ματάκια ξαφνιασμένα, σχεδόν φοβισμένα από την άφιξή μας, και ένα χαμόγελο μισό, ξεθωριασμένο, (σαν να είχε ξεμείνει σε εκείνα τα χείλη από άλλη φορά). Ανήκαν σε έναν νεαρό που έκοβε βόλτες κοντά στην κεντρική θύρα του κτιρίου, την οποία εμείς βλέπαμε ως είσοδο καθώς μπαίναμε, ενώ εκείνος ως έξοδο καθώς ήταν από την εσωτερική της πλευρά. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του ανταποδίδοντας την «καλημέρα» μας και έκανε στην άκρη για να περάσουμε, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα πρόσωπα μας καθώς τον προσπερνούσαμε. Βαδίζοντας λίγα μέτρα στο εσωτερικό του κτιρίου μας καλωσόρισαν τα άτομα που εργάζονται εκεί, και μας κάλεσαν να μας δείξουν στους χώρους του κτιρίου. Με την άκρη του ματιού μου, καθώς συνεχίζαμε προς τα ενδότερα του ισογείου, είδα τον νεαρό εκείνον να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν προς τον α’ όροφο, κουτσαίνοντας και κοιτάζοντας πίσω του κλεφτά σαν να ήθελε να εξακριβώσει μήπως κάποιοι τον κυνηγούσαν…


3. Τα επιμέρους τμήματα του κτιρίου και η συζήτηση στο εστιατόριο:

Πρώτα είδαμε την κουζίνα, ένα μικρό δωμάτιο όπου παρασκεύαζαν το φαγητό τους. Η πρώτη εντύπωση μου, ήταν ότι μια τέτοια κουζίνα δεν θα μπορούσε να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες για περισσότερα από 15-20 άτομα. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, αφού από αυτήν την κουζίνα τρέφονταν περίπου 96 άτομα!

Στη συνέχεια μας έδειξαν το μικρό ιατρείο, με τα λιγοστά φάρμακα (μόνο δύο ειδών αντιβιώσεις, λίγα αντιπυρετικά), τους λιγοστούς ελαστικούς επιδέσμους, κάποιες γάζες, ένα υδραργυρικό πιεσόμετρο πάνω στην εξεταστική κλίνη. Γνώρισα τον ιατρό, που μου εξήγησε ότι για σοβαρότερα προβλήματα καλύπτονται από το περιφερειακό ιατρείο Αγιάσσου. Ρώτησα τι κυρίως προβλήματα αναφέρουν τα παιδιά και μου είπε ότι υποφέρουν κυρίως από μυοσκελετικές κακώσεις, σαν αποτέλεσμα ξυλοδαρμών κατά το παρελθόν, καθώς και από θλαστικά τραύματα ή εγκαύματα, σαν αποτέλεσμα βασανιστηρίων από κατά καιρούς λαθρέμπορους. Έπρεπε όμως να σταματήσει η μικρή συζήτησή μας, καθώς ανεβαίναμε στον α’ όροφο, κατευθυνόμενοι προς το εστιατόριο του οικήματος.

Για να φτάσουμε στο εστιατόριο, διασχίσαμε έναν αρκετά μακρύ διάδρομο. Εκατέρωθεν του διαδρόμου απλώνονταν τα δωμάτια των παιδιών. Άλλα ήταν με την πόρτα κλειστή και από μέσα ακουγόταν μόνο ησυχία, άλλα ήταν με την πόρτα ορθάνοιχτη και άκουγες μουσική (κάθε είδους μουσική, του Αφγανιστάν, ροκ μουσική, ελληνική μουσική), ενώ έβλεπες άτομα να πίνουν καφέ, να παίζουν χαρτιά, να είναι έξω στο μπαλκόνι και να αγναντεύουν ποιος ξέρει τι… Καλημερίζαμε τους διαβιούντες σε αυτούς τους χώρους, οι ίδιοι μας κοιτούσαν, ανταπέδιδαν τις καλημέρες τους, αλλά έχω την εντύπωση ότι ένοιωθαν κάπως σαν αξιοθέατα και κακόκεφα έπεφταν ξανά στους συλλογισμούς τους ή σε ό,τι άλλο έκαναν. Στο κάθε δωμάτιο διέμεναν (οριακά) 6 έφηβοι. Η καλλιτεχνική λεπτομέρεια του θέματος είναι ότι η πόρτα κάθε δωματίου είχε στην εξωτερική της πλευρά κολλημένη μια φωτογραφία ενός ζώου. Αναρωτήθηκα αν η επιλογή του ζώου ήταν τυχαία ή αποτελούσε ένα σήμα κατατεθέν των ατόμων που έμεναν μέσα από την πόρτα και της ψυχολογίας τους.

Λίγα λεπτά μετά φτάσαμε στο εστιατόριο, όπου καθίσαμε σε κυκλικό σχηματισμό και η ενημέρωση άρχισε. Αυτά που ειπώθηκαν, είχαν διαφωτιστική αξία, καθώς παρείχαν γνώσεις για θέματα που μέχρι τότε δεν είχα αποσαφηνίσει, όπως η διαφορά μετανάστη-πρόσφυγα, το άσυλο, το καθεστώς για το δικαίωμα ασύλου των ενηλίκων και των ανηλίκων. Η κουβέντα δηλαδή δεν αφορούσε μόνο τους συγκεκριμένους ανηλίκους που διαβιούσαν στο οίκημα, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά εξαπλώθηκε σε πολλά μονοπάτια του φαινομένου: «αντιμετώπιση ενός ξένου». Συνειδητοποίησα ότι αγνοώ βασικά κοινωνικά θέματα και ότι αν η γνώση είναι δύναμη, όπως λένε, τότε σίγουρα η άγνοια είναι αδυναμία και ο αδύναμος δεν δύναται να βοηθήσει. Στη συνέχεια της κουβέντας, μας έκαναν μια μικρή αναδρομή σε όλη την πορεία λειτουργίας αυτού του κέντρου, από την έναρξή του ως σήμερα, μας μίλησαν για τις δυσκολίες που ορθώθηκαν και συνεχίζουν να ορθώνονται σε βασικούς τομείς της διαβίωσης αυτών των παιδιών, και μας μίλησαν για τις σχέσεις της τοπικής κοινωνίας μαζί τους.

Εδώ αξίζει να τονιστούν δύο εικόνες που συνέλαβαν τα μάτια μου και μου έκαναν φοβερή εντύπωση, καθώς η κουβέντα εξελισσόταν: α)σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας, εμφανίζονταν ανήλικοι έφηβοι στην αίθουσα, μας κοιτούσαν, μας περιεργάζονταν και οι περισσότεροι μετά από λίγο έβγαιναν από την αίθουσα το ίδιο αθόρυβοι και ανόρεκτοι όπως όταν μπήκαν. εξαίρεση αποτελούσε ο φίλος με το ξεθωριασμένο χαμόγελο που ήταν μόνιμα σε μια γωνιά και κοιτούσε. β) και στους τέσσερις τοίχους που μας περιέβαλαν υπήρχαν παντού ζωγραφιές, από τα παιδιά που όλο αυτό το διάστημα έχουν για λίγο ή περισσότερο χρόνο, βρεθεί σε αυτό το οίκημα. Το ακόμα πιο άξιο λόγου είναι ότι το θέμα των περισσότερων ζωγραφιών ήταν παρεμφερές: καρδιές, άνθρωποι χεράκι-χεράκι, ζωάκια, φύση, δέντρα, ποταμοί και λιβάδια… Με λίγα λόγια μια άνθιση, μια ελευθερία, μια φύση που έσφυζε από ζωή, ίσως υπονοώντας ότι και η ανθρώπινη φύση οφείλει να σφύζει από ζωή, από αναπαραγωγή, από υγεία, από ηλιόλουστες μέρες ελπίδας. Επίσης υπήρχαν οι λέξεις «ελευθερία» και «ανθρώπινα δικαιώματα», στα αγγλικά ή στα αραβικά. Μία ζωγραφιά όμως μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση: τρεις παλάμες από τρεις ανθρώπους διαφορετικής φυλετικής ομάδος, ακουμπούσαν τα ακροδάχτυλά τους σχηματίζοντας μια σκεπή. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ αυτήν την εικόνα με περισσότερες από δυο παλάμες. Τελικά πάντα υπάρχει χώρος για έναν τρίτο, από όπου και αν προέρχεται και πάντα υπάρχει και η διαφορετική οπτική των πραγμάτων.

Κάπου προς το τέλος της συζήτησης, μας γνώρισαν τον πρώτο φιλοξενούμενο αυτού του κέντρου, ένα νεαρό παιδί με πλούσια χαίτη και ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο και μας είπαν ότι θα μας κάνει την υπόλοιπη περιήγηση στο οίκημα. Χωρίς να χάσουμε λοιπόν άλλο χρόνο, σηκωθήκαμε και ξεκινήσαμε. Φτάνοντας στην άλλη άκρη του διαδρόμου, ο μικρός μας «ξεναγός» μας έδειξε ένα μακρύ πανό στον τοίχο που έγραφε «Villa Azadi», δηλαδή «το σπίτι της ελευθερίας», (και όχι κάποια υπερπολυτελή βίλλα όπως είχα υποθέσει κατεβαίνοντας από το λεωφορείο το πρωί).

Συνεχίσαμε προς το δωμάτιο όπου στεγαζόταν το Τζαμί. Χαλιά στρωμένα στο δάπεδο -κανείς δεν πατούσε με παπούτσια εκεί- και υφάσματα με αποσπάσματα από το κοράνι σκέπαζαν τους τοίχους. Αντιλήφθηκα ότι τελικά δεν είναι οι τοίχοι που κάνουν έναν χώρο ιερό, αλλά ο αέρας (το πνεύμα) που περικλείεται ανάμεσα σε αυτούς. Και το πνεύμα το κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα του, οπότε μπορεί να το αναπαραγάγει οπουδήποτε, στη χώρα του, σε μια ξένη χώρα, σε ένα βουνό της Λέσβου... Μία ακόμα παρατήρηση για το τζαμί τους: ένοιωθα ότι τα απαλά χρώματα και η λεπτή υφή των υφασμάτων είχαν κάτι το υπερβατικό και το αέρινο, που μαζί με την προσεγμένη καθαρότητα του χώρου, έδιναν την εντύπωση ότι κάπου εδώ τριγύρω ίσως κατοικεί το φως.

Ακολούθησε το δωμάτιο ραπτικής τέχνης. Εκεί ένας νεαρός με μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό καθόταν πίσω από μια ραπτομηχανή και με ένα ραδιόφωνο σχεδόν στη διαπασών, έφτιαχνε υφασμάτινες τσάντες και τσαντάκια, με φοβερούς συνδυασμούς χρωμάτων και σχεδίων, από μια στοίβα ρούχων που κυρίως οι κάτοικοι της τοπικής κοινωνίας είχαν παραχωρήσει για αυτό τον σκοπό. Έβλεπες την αφοσίωσή τους σε αυτό που έκανε: την δημιουργία! Πόση χαρά, πόση φαντασία, πόση όρεξη του προσέφεραν όλα αυτά και τελικά πόσο πολύ του απάλυναν τον πόνο; Η τέχνη, σκέφτηκα, δεν αποχωρίζεται ποτέ τον άνθρωπο.


4. Βγαίνοντας προς τον προαύλιο χώρο:

Κάπου εδώ είχε τελειώσει η μικρή μας «ξενάγηση» στους εσωτερικούς χώρους του κτιρίου και αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω στον προαύλιο χώρο. Καθώς περνούσα την κεντρική θύρα είδα τοιχοκολλημένο ένα πρόγραμμα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Αμέσως σταμάτησα τον πρώτο έφηβο που περνούσε δίπλα μου εκείνη τη στιγμή, που για καλή μου τύχη έτυχε να είναι ο μεταφραστής της μικρής αυτής κοινότητας, και αφού συστηθήκαμε, του ζήτησα να μου εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτά τα μαθήματα. Μου είπε ότι τα παιδιά έχουν χωριστεί σε τρεις τάξεις και κάποιες ώρες τα πρωινά τους προσπαθούσαν να μάθουν την ελληνική γλώσσα, αν και τους δυσκόλευε είναι η αλήθεια. Τον ρώτησα πώς βρέθηκε στο κέντρο και μου είπε ότι είχε φτάσει στην Αυστρία, όπου θέλει να κατοικήσει, αλλά τον ανακάλυψαν, τον χτύπησαν και τον απέλασαν πίσω στην Ελλάδα. Ρώτησα να μου εξηγήσει λίγο την ψυχολογία όλων αυτών των παιδιών μέσα σε αυτό το κέντρο και μου είπε ότι όλοι θέλουν να φύγουν από εδώ και να πάνε στις χώρες της επιθυμίας τους, οπότε νοιώθουν κάπως σαν φυλακισμένοι, χωρίς όρεξη και χωρίς να έχουν κάτι ουσιαστικό να κάνουν, μιας και αυτό που θέλουν να κάνουν δεν τους επιτρέπεται να το κάνουν. Έτσι, μου έδωσε μια έμμεση απάντηση για ποιο λόγο αυτά τα άτομα δεν μπορούσαν να χαρούν την σημερινή ηλιόλουστη μέρα: διότι δεν υπήρχε γαλήνη και ψυχική ηρεμία. Αναρωτήθηκα πώς θα ήταν άραγε ο ψυχισμός αυτού του ατόμου που τον είχαν χρίσει ως μεταφραστή του κέντρου, όταν από το στόμα του δεν ξεστομίζονται μόνο οι δικές του τραγικές ιστορίες, αλλά και των υπολοίπων παιδιών, αλλά δεν τόλμησα να κάνω αυτό το ερώτημα…

Τελικά βγήκα έξω από το κτίριο. Δίπλα μου κάθονταν τρεις έφηβοι με σκυφτά κεφάλια. Ήθελα να ξεκινήσω κουβέντα μαζί τους, αλλά δεν ήξερα πώς. Για καλή μου τύχη κοντά στα πόδια τους βρίσκονταν μια μητέρα σκυλίτσα ολόμαυρη, με τα 4 κουταβάκια της εκ των οποίων τα 3 ολόμαυρα και το 1 ολόασπρο. Άρπαξα λοιπόν την ευκαιρία: αφού καλημέρισα τα παιδιά και ο ένας μου είπε ότι μιλά αγγλικά, τον ρώτησα αν και τα 4 κουταβάκια είναι όλα αδέρφια από την ίδια μάνα και τον ίδιο πατέρα. Μου απάντησε καταφατικά και μου είπε μάλιστα ότι το λευκό το χτυπά η μητέρα του και το απαρνείται επειδή είναι λευκό, δηλαδή διαφορετικό! Η αλήθεια είναι ότι το λευκό κουτάβι ήταν μόνο του λίγα εκατοστά μακριά από την υπόλοιπη οικογένεια. Αμέσως ήρθε στο νου μου μια παρόμοια ιστορία που έχει γίνει ταινία υπό τον τίτλο «Η ιστορία της καμήλας που δάκρυσε» και προσπάθησα εν συντομία να την περιγράψω στον συνομιλητή μου. (Να σημειώσω σε αυτό το σημείο ότι ο συνομιλητής μου είχε χάσει τον αριστερό του οφθαλμό). Μιας και η συζήτηση είχε ανάψει, τον ρώτησα από πού είναι. Μου είπε από Αφγανιστάν. Τον ρώτησα έπειτα για ποιό λόγο τόσα πολλά και μάλιστα νέα άτομα αναγκάζονται να φύγουν από την πατρίδα τους για ένα καλύτερο περιβάλλον. Μου είπε ότι ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους, αλλά όλοι ξεκινούν από έναν βασικό άξονα: αυτόν των εχθροπραξιών μεταξύ των τεσσάρων φυλών που συγκροτούν το λαό του Αφγανιστάν, με σκοπό την εξουσία φυσικά. Όλα, μου ανέφερε, καθορίζονται με βάση την φυλή που ανήκεις. «Δεν έχεις προσωπικότητα, είσαι ένα ακόμα μέλος της μιας ή της άλλης φυλής. Η εξουσία καταπιέζει, οι άλλες φυλές αντιστέκονται, μέχρι κάποια στιγμή να αναλάβουν αυτές. Η φυλή που εξουσιάζει σε καταπιέζει και σε κυνηγά. Σε αναγκάζει για να αντισταθείς, να γίνεις εγκληματίας. Και εγώ δεν θέλω να γίνω εγκληματίας». Τι θέλεις να γίνεις τον ρώτησα; Μου είπε «συγγραφέας». Τι θέλεις να γράφεις στα βιβλία σου τον ρώτησα; «Το πρώτο βιβλίο που θέλω να γράψω είναι αυτό για τη ζωή μου, για το πώς έφτασα ως εδώ, για το πώς έχασα το μάτι μου». Ο νεαρός αυτός επίσης μου είπε ότι ξέρει 4 ξένες γλώσσες (αν κρίνω από τα πολύ καλά αγγλικά του αντιλαμβάνομαι το επίπεδό του), ότι θέλει να σπουδάσει, ότι έχει αρκετά όνειρα αλλά δεν ξέρει πόσα από αυτά και κυρίως αν, θα πραγματοποιηθούν. Τα λόγια του ένοιωσα σε κάποια φάση ότι ήταν πύρινα και εκτόξευαν ένα δριμύ κατηγορώ σε όλες αυτές τις δυνάμεις που δεν επιτρέπουν σε ένα παιδί 17 χρονών να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Έβλεπα από τον εναπομείναντα οφθαλμό του ένα καθαρό πάθος, έβλεπα σπίθες… Κοιτάζοντας γύρω μου εκείνη τη στιγμή, είδα ξαφνιασμένος να παρακολουθούν την συζήτηση περίπου 10 άτομα, όλοι με κατεβασμένα τα κεφάλια, ίσως ο καθένας από αυτούς εκείνη την ώρα να σκέφτονταν τα δικά τους όνειρα που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία ποτέ να χτίσουν. Στιγμιαία βυθίστηκα και εγώ στις δικές μου σκέψεις και ένοιωσα ντροπή που αυτά τα άτομα δεν αναγνωρίζονται επίσημα ως ανθρώπινες υπάρξεις, με δικαιώματα. Όταν ολοκλήρωσε τη σκέψη του, του ζήτησα να μου γράψει σε ένα χαρτί το όνομά του, με ρώτησε γιατί, και του είπα για να το θυμάμαι ώστε όταν το βιβλίο της ζωής του γίνει best seller να αναγνωρίσω αμέσως τον διάσημο συγγραφέα του. Εκείνος γέλασε με ένα ηχηρό γέλιο, μου έδωσε το ένα χέρι του και μου είπε να προσευχηθώ για αυτόν, δείχνοντάς μου με το άλλο χέρι τον ουρανό. Τον διαβεβαίωσα ότι θα το κάνω. Μου έγραψε το όνομά του, έγραψα και εγώ το δικό μου. Ήταν ώρα να φύγουμε. Αποχαιρέτησα δια χειραψίας όλα τα παιδιά της παρέας και έτρεξα να προλάβω τους υπόλοιπους που είχαν ήδη επιβιβαστεί στο λεωφορείο. Το τελευταίο όμως που πρόλαβα να δω πριν αφήσω πίσω μου τη Villa Azadi, ήταν ο τίτλος του κτιρίου: «Θεομήτωρ». Και αναρωτήθηκα καθώς όδευα προς την έξοδο, θα υπάρχει ποτέ άραγε μια παγκόσμια μητέρα, σαν έκφραση παγκόσμιας και συλλογικής αγάπης προς το διαφορετικό τέκνο, είτε είναι μαύρο είτε άσπρο, που θα προσφέρει μια ζεστή και ευρύχωρη αγκαλιά, ώστε να κατορθώσουν κάποια όνειρα να ανθίσουν και να καρποφορήσουν, κάτω από το φως του ζωοδότη ήλιου;


5. Φεύγοντας από το χώρο:

Με αυτήν την ερώτηση να αντηχεί ακόμα στο κεφάλι μου έφτασα στην όμορφα καλλιτεχνημένη σιδερένια πύλη του κέντρου και αντίκρισα τον νεαρό με τα δυο φοβισμένα ματάκια και το μισό χαμόγελο. Μόνο που τώρα το χαμόγελο είχε γίνει ολόκληρο και τα μάτια του είχαν μερέψει. Είχε βγει έξω στο δρόμο για να μας χαιρετίσει. Είχε φτάσει ως εκεί, ίσως σε μια προσπάθεια να ξεγελάσει την ιδέα ότι για αρκετό καιρό ακόμα θα βρίσκεται μέσα σε αυτό το κέντρο ή ίσως σε μια προσπάθεια να φύγει μαζί μας… Καθισμένος λοιπόν σε μια πέτρα, μας αγνάντευε που φεύγαμε, ελεύθεροι να πάμε όπου θέλουμε, ικανοί να χαρούμε αυτήν την ηλιόλουστη μέρα.


6. Ύστερες σκέψεις και ένα αυτόγραφο:

Στο λεωφορείο οι σκέψεις μου χοροπηδούσαν άναρχες η μια μετά την άλλη. Ανάμεικτα συναισθήματα μπλέκονταν με χίλιες εικόνες. Τελικά σκέφτηκα: η διαχείριση της διαφορετικότητας είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Το να ορίσεις και να προσεγγίσεις το ξένο, είναι κάτι που ίσως αντιβαίνει βασικούς νοητικούς κανόνες της ανθρώπινης κοινωνίας. Αλλά οι κανόνες της κοινωνίας είναι για να αλλάζουν και να προσαρμόζονται. Το να δεις τα πράγματα μέσα από τα μάτια του άλλου, και μάλιστα μέσα από το ένα μάτι (γιατί το άλλο μπορεί να είναι κατεστραμμένο), είναι εξαιρετικά δύσκολο πράγμα. Αλλά είναι ίσως το πρώτο βήμα για να επέλθει αυτή η αλλαγή.