Με μάτια στον ορίζοντα!


Οι ναύτες στο καράβι έχουν ήδη αρχίσει τους εορτασμούς του νέου ταξιδιού... Μπροστά! φωνάζουν και χαϊδολογούνται με των κυμάτων τις γοργόνες! Όρτσα τα πανιά, με γέλιο και δάκρυ μαζί, σαλπάρουμε για να μην σαλτάρουμε...



"The contradiction"
Celtic Woman






Ταξιδευτής, παρατηρητής και στοχαστής

ή αλλιώς άφραγκος, ατάλαντος και ψύχραιμος



ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ξεκινά από τη μέση του πουθενά

όρη, δάση και λαγκάδια με φόρα προσπερνά

τρέχει, τρέχει, μα δεν ξέρει τι ζητά

με ένα μαντολίνο χιαστί θέλει να πάει πιο μπροστά

καβάλα σε μαύρο άλογο 400 κυβικά

πόσο αλαργινό θα ‘ναι αυτό το ταξίδι πια;


ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ του κόσμου τα μάτια του ανοίγει

μικρές καθημερινές ιστορίες βρίσκει και ξετυλίγει

βλέπει, βλέπει μα δεν ξέρει αν αυτό πιο πολύ αξίζει

από το να βουτήξει στης ζωής το μετερίζι.

κρυφά χαμογελά στην τύχη του, μα και μόνος βρίζει

μακριά από του ανθρώπου το πολύβουο μελίσσι

πότε θα πάψει τους άλλους να αντικρίζει;

Ίσως όταν ο εαυτός του πάψει να τον φοβίζει

και η καρδιά του αρχίζει με αγάπη να γεμίζει


ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ βάζει μπρος τις μηχανές του νου

για να φτάσει στα όρια του ανεξήγητου

απορεί, απορεί για την πορεία του ανθρώπου

είναι ευθεία η γραμμή ή κάνει κύκλους επί τόπου;

Υψώνει την κεφαλήν ψηλά προς τη μεριά του ήλιου

αναζητά τη γεύση που του έταξαν του απαγορευμένου μήλου

μα τα μάτια χάνει οριστικά και τυφλώνεται δια βίου


ΑΦΡΑΓΚΟΣ με τις τσέπες τρύπιες, χρωστά του καθενού

από την κοινωνία της κατανάλωσης ζητά έξοδο κινδύνου

σειρήνες απαστράπτουσες του κλονίζουνε το νου

και νέοι, μοντέρνοι του φωνάζουνε «παππού»!

Μα κανείς δεν ρώτησε πια να ΄ναι η πεθυμιά του:

μια ζεστή γωνιά με ένα κουτάβι αγκαλιά του

και ας πέφτουν οι αντοχές του όλο και πιο κάτου…


ΑΤΑΛΑΝΤΟΣ αψηφώντας της τύχης το γραφτό

ονειρώνεται παραμύθι μαγικό

όπου με τη σπάθη του σκοτώνει το κακό

και κλέβει της όμορφης κόρης το συνετό μυαλό

μα του κάκου! Τελειώνει το όνειρο αυτό

και ξυπνά λουσμένος σε ίδρωτα καυτό

με ένα ερώτημα να του πνίγει το λαιμό:

Γιατί να μην πετάω ψηλά ωσάν τον αετό;


ΨΥΧΡΑΙΜΟΣ βάζει τα πράγματα κάτω και στον εαυτό του λέγει:

τη μια η ψυχούλα του βαστά, μπορεί και επιλέγει

την άλλη τα σκούρα συναντά, παίρνει τους δρόμους φεύγει

άλγος κεφαλής η μόνη συντροφιά του μένει

και ο χρόνος ο στυγνός ολονυχτίς τις πληγές του ξένει

έτσι είναι φτιαγμένη αυτή η οικουμένη

με αίμα, δάκρυα, χαρά, ποτέ δεν ξαποστένει

δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, μην επιμένει

ο Δον Κιχώτης ο σκυφτός με άλογο που ξεφυσαίνει.

Μα το ίδιο πρόβλημα αιώνους τώρα λύση περιμένει


Πώς γίνεται να συνταιριάξουν δυο άνθρωποι ολότελά τους ξένοι;



2/10/08 by astromonos

Εν Γυθείω