Το σκοτάδι του ενός



Ετούτες τις μέρες που πλημμυρίζουμε αγιοσύνη(;), αναρωτιέμαι αν μπορεί κάτι να αλλάξει και να φανεί κάποιο σημάδι βελτίωσης.

Ώρες ώρες, αποτραβιέμαι από το περιβάλλον μου, προσπαθώ να ερμηνεύσω τα γεγονότα όσο πιο αντικειμενικά γίνεται και να αντιληφθώ το μοντέλο διαβίωσης και συμπεριφοράς των ανθρώπων που χορεύουν γύρω μου ακατανόητους χορούς... Είναι τότε που προσπαθώ να το παίξω Ανθρωπολόγος, τρομάρα μου, μέσα από την παρατήρηση.

Κάποιες άλλες ώρες, βυθίζομαι τόσο μέσα στα πράγματα, στις νέες συμπεριφορές, με προοπτική να συμμετάσχω στις διαδικασίες και να περάσω μέσα από τον μηχανισμό εκείνο που παράγει τις κρίσεις και τις αποφάσεις, τις δράσεις και τις αντιδράσεις... Είναι τότε που ξαναπροσπαθώ να το ξαναπαίξω Ανθρωπολόγος, ξανατρομάρα μου, μέσα από την συμμετοχή.

Και είναι και κάποιες άλλες ώρες, τόσο μα τόσο βασανιστικές, που μπλέκομαι τόσο πολύ στη ζωή των άλλων ανθρώπων, στον τρόπο σκέψης τους, στον τρόπο συμπεριφορά τους, στην κοσμοαντίληψή τους, με σκοπό όμως όχι να τους κατανοήσω απλώς, αλλά να τους βοηθήσω. Να τους σεβαστώ, να τους ακούσω υπομονετικά, να τους χαϊδέψω τα μαλλιά, να τους κοιτάξω κατάματα και να τους πω την αλήθεια σε γλώσσα που καταλαβαίνουν. Αυτό, δεν είναι απλή κατανόηση, ξεπερνά τα όριά της. Είναι προσπάθεια για βοήθεια. Είναι τότε που προσπαθώ να το παίξω Ιατρός, μέσα από την ιατρική ιδιότητα. Γιατί η Ιατρική δεν μπορεί παρά να είναι ιδιότητα.

Μέχρις εδώ, όλα καλά, αν εξετάσεις κάθε προηγούμενη παράγραφο ξεχωριστά και ξεκομμένη. Το πράγμα αρχίζει να δυσκολεύει όταν όλα αυτά προσπαθούν να συνδυαστούν σε ένα άτομο, σε ένα σώμα, σε ένα βλέμμα, σε ένα άγγιγμα (που ταυτόχρονα ψηλαφά και χαϊδεύει), σε μια πρόταση, σε μια φωνή...

Και γιατί δυσκολεύει; Διότι, το να προσπαθείς να εξηγήσεις τις συμπεριφορές των ανθρώπων, πασχόντων και μη, ειδικά σε μια κοινωνική ομάδα τόσο ξένη και διαφορετική από εσένα, ενόσω είσαι σε θέση παρατηρητή (έστω και συμμετοχικού παρατηρητή, όπως σε θέλει η Κοινωνική Ανθρωπολογία, δηλαδή ατόμου που προσπαθεί να δεχτεί ερεθίσματα για να τα ερμηνεύσει), ενώ την ίδια στιγμή προσπαθείς να θεραπεύσεις κάποιους που πονούν, από τη θέση του ενεργούντος ατόμου, αυτού που λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, που καθορίζει με τις κινήσεις του αναπόφευκτα και ίσως αμετάκλητα τις ζωές και συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων (δηλαδή από θέση ατόμου που προσπαθεί να δεχτεί ερεθίσματα για να τα αλλάξει προς το καλύτερα βιώσιμο, όπως σε θέλει η Ιατρική), σε βάζει μάλλον στο μέσον μιας διελκυστίνδας...

Αυτά σκεφτόμουν όλη την ημέρα εψές, όταν ο Αγιότατος Βασίλης, αντί για δώρο μου έφερε μια εφημερία κόλαση... Κόλαση, γιατί μου έθετε στο πρόσωπο κάθε ασθενούς από τους 44 που είδα συνολικά, το ερώτημα: πώς γίνεται να σεβαστούμε την προσωπικότητα ενός ανθρώπου και να προασπίσουμε το δικαίωμά του για αξιοπρεπή φροντίδα και παροχή υγείας, χωρίς ψέμματα και κοροϊδίες, όταν η ίδια η κοινωνία που ζει και οι μηχανισμοί λειτουργίας της, θέτουν το πλαίσιο μιας αδιάφορης, τεμπέλικης, επιπόλαιης, νωχελικής κοινωνίας, που δεν σέβεται τα μέλη της, που ασελγεί πάνω στο δικαίωμα για αλήθεια και που δεν σε κοιτά στα μάτια με ευθύτητα; Κόλαση, γιατί δεν κατόρθωσα σε καμία από τις 44 φορές που αναρωτήθηκα, να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα...

Διαπιστώνω, ότι μερικές φορές η Ιατρική με την Κοινωνική Ανθρωπολογία δεν συνδέονται και βρίσκονται αντιμέτωπες, υποστηρίζοντας άλλες αρχές η κάθε μια. Και αν είναι στα πλαίσια ενός επιστημονικού διαλόγου, έχει καλώς. Αν είναι όμως στα πλαίσια συστεγαζόμενων επιστημονικών κλάδων (σαν τα φαρμακεία ένα πράγμα) κάτω από το ίδιο σώμα και πνεύμα, τότε επέρχεται σύγκρουση εσωτερική και τα πράγματα γίνονται του διαβόλου και όχι του διαλόγου...


Και είχε μια ξαστεριά εψές το βράδυ... Στιγμές που έκλεψα και βγήκα έξω στην αστροφεγγιά, έλαμψαν στην ψυχή μου, όπως οι διάττοντες όταν διαβαίνουν τη στρατό-σφαιρα και καίγονται κατάσαρκα, λαμπυρίζοντας την τελευταία τους πνοή και σκορπώντας την ύπαρξή τους στην αγκαλιά του χάους... Και αν το σκοτάδι του ενός, οι δυο μαζί το κάνουν φως, τότε βασανιστικά αναρωτιέσαι: αυτοί οι δυο μπορεί να είναι δυο οποιοιδήποτε τυχαίοι ή θα πρέπει να ανήκουν στο ίδιο πλαίσιο;

Μέχρι να απαντήσεις όμως σε αυτό το ερώτημα, θες να σωριαστείς -λιωμένος από την κούραση- εκεί δα χάμω, πάνω σε έναν υπνόσακο, και ας ξέρεις ότι αντί για μαξιλάρι θα νιώσεις σε κάθε σου άρθρωση την σκληράδα ετούτης της γης...



"Υπνόσακος"
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική, Ερμηνεία: Μπάμπης Στόκας




Σβήνει τα χρώματα η νύχτα στο κύμα τα φαρμάκια ρίχτα
κι άναψε μάτια μου όλα τα άστρα με του τσιγάρου σου τη κάφτρα
φέρε στα αυτί σου το κοχύλι και πες μου όσα δε λεν τα χείλι

Για τα παλιά τα συναξάρια για τα καινούργια μας φεγγάρια

Πάμε ξανά στις ξαστεριές στ' ονείρου ανοιγματα σκιές
το σκοτάδι του ενός κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως

Μ'εναν υπνόσακο στην πλάτη και με το βίγλι άκου ορειβάτη
ίσως στο μέλλον τον επιστρέφω κι'αυταπάτες πια δεν έχω
σε μια υπαίθρια καντίνα στ' όνειρά σου μπαίνω σφήνα
είσαι το γέλιο δώσε βροχή μου να ξεδιψάσεις την ψυχή μου

Πάμε ξανά στις ξαστεριές στ' ονείρου ανοιγματα σκιές
το σκοτάδι του ενός κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως
κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως..



Υ.Γ.: Ευχή προς τον κύριο Santa για να μου φέρει ένα δώρο του χρόνου, με το καλό: περισσότερο ύπνο σε εμένα, λιγότερο ύπνο στον κόσμο! (μα να μην συμβαδίζω ποτέ με τον κόσμο βρε παιδάκι μου...! ένα περίεργο πράγμα...)




2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γράφεις:
“Κόλαση, γιατί μου έθετε στο πρόσωπο κάθε ασθενούς από τους 44 που είδα συνολικά, το ερώτημα: πώς γίνεται να σεβαστούμε την προσωπικότητα ενός ανθρώπου και να προασπίσουμε το δικαίωμά του για αξιοπρεπή φροντίδα και παροχή υγείας, χωρίς ψέμματα και κοροϊδίες, όταν η ίδια η κοινωνία που ζει και οι μηχανισμοί λειτουργίας της, θέτουν το πλαίσιο μιας αδιάφορης, τεμπέλικης, επιπόλαιης, νωχελικής κοινωνίας, που δεν σέβεται τα μέλη της, που ασελγεί πάνω στο δικαίωμα για αλήθεια και που δεν σε κοιτά στα μάτια με ευθύτητα; Κόλαση, γιατί δεν κατόρθωσα σε καμία από τις 44 φορές που αναρωτήθηκα, να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα...”

Πώς να σε διαβεβαιώσω ότι απάντησες στο ερώτημα που έθεσες και στις 44 φορές που αναρωτήθηκες;

Πώς να το κάνουμε. Δεν έχεις καμιά σχέση με την αδιάφορη, τεμπέλικη, νωχελική κοινωνία που δεν σέβεται τα μέλη της.
Εσύ το προσπαθείς. Και αυτό είναι παραπάνω από αρκετό.

Ανδρέας

astromonos είπε...

Αγαπητέ Ανδρέα,

δεν είναι αρκετό μόνο να το προσπαθείς, καθώς τη μια μπορεί να αντέξεις, τη δεύτερη μπορεί πάλι να αντέξεις, αλλά κάποια στιγμή όταν βλέπεις η επίδραση των άλλων, των άσχετων, να μην αφήνει τη δική σου δράση να φτάσει εκεί που θες, τότε αγανακτείς...

Τι να κάνουμε όμως! Δεν είναι όλα γαληνεμένα, ας μείνει κάτι για να παλέψουμε και εμείς ε;

Να περνάς καλά!