Οι φωνές που καλούσαν την κυβέρνηση...



"Το 1878 το Ελληνικό Δημόσιο, έπειτα από δεκαετίες παλινδρομήσεων, κατέληξε σε συμβιβασμό με τους ξένους πιστωτές του σχετικά με τους όρους αποπληρωμής των παλαιών δανείων της Ανεξαρτησίας. [...] Έκτοτε, ο διεθνής δανεισμός της χώρα αυξήθηκε κατακόρυφα και οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους πολλαπλασιάστηκαν από 5 δραχμές κατά κεφαλήν κατ' έτος στην τετραετία 1875-1878, έφθασαν στις 27 δραχμές στην τετραετία 1887-1890. Στην προσπάθεια να καλύψουν τις δαπάνες αυτές, οι ελληνικές κυβερνήσεις, και κυρίως εκείνες με πρωθυπουργό τον Χαρίλαο Τρικούπη, αύξησαν τη φορολογική επιβάρυνση, από 18 δραχμές κατά κεφαλήν κατ' έτος στην τετραετία 1875-1878, σε 29 δραχμές στην τετραετία 1887-1890. Όμως στα τέλη της δεκαετίας του 1880 τα περιθώρια για περαιτέρω αύξηση της φορολογίας είχαν εξαντληθεί, χωρίς τα έσοδα να επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Έτσι, μπήκε η χώρα σε ένα φαύλο κύκλο δανεισμού. Τα τοκοχρεολύσια αντιμετωπίζονταν με νέα δάνεια και το ύψος του χρέους έφθασε σε υπερβολικά ύψη. [...] Η άμεση διέξοδος που πρόβαλε τότε στον ορίζοντα ήταν η υπερατλαντική μετανάστευση. Πράγματι, το 1900 ο αριθμός των μεταναστών στις ΗΠΑ απογειώθηκε. [...] Προτού ακόμη αποκατασταθούν τα δημόσια οικονομικά, η Ελλάδα υπέστη τη γνωστή στρατιωτική ήττα του 1897, που είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή πολύ σημαντικής αποζημίωσης προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η απομάκρυνση των οθωμανικών στρατευμάτων έγινε χάρη στη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ακολούθησε, το 1898, η εγκατάσταση στην Αθήνα της Επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ), που είχε ως κύριο στόχο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ξένων (και ομογενών) πιστωτών του Δημοσίου. Στη διάθεση της Επιτροπής τέθηκαν σημαντικές πρόσοδοι του ελληνικού κράτους. Το ύψος των ετήσιων πληρωμών έναντι των οφειλών προς τους ξένους δανειστές καθορίστηκε σε δραχμές. Ως εκ τούτου, οι εκπρόσωποι των ξένων δανειστών είχαν κάθε λόγο να επιδιώξουν την ανατίμηση της δραχμής, ώστε οι καταβολές σε συνάλλαγμα να είναι υψηλότερες. Ο ΔΟΕ επιδίωξε την ανατίμηση επιμένοντας σε μια εξαιρετικά περιοριστική νομισματική πολιτική, η οποία είχε αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. [...]

Στην Ελλάδα, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως το 1960, η βιομηχανική παραγωγή παρουσίασε σαφή υστέρηση σε σχέση με χώρες που είχαν αντίστοιχο επίπεδο ανάπτυξης και κατά κεφαλήν εισόδημα.[...] Η σχετική υπανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας γίνεται ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ελληνική αστική τάξη ήταν ισχυρή από πολύ νωρίς. [...] Η βιομηχανική ανάπτυξη είναι, χωρίς άλλο, μια σύνθετη διαδικασία [...], θα πρέπει να θεωρείται αρκετά βέβαιο, πάντως, ότι η βιομηχανική καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε έλλειψη κεφαλαίων, αφού για παράδειγμα υπήρξαν αρκετά κεφάλαια για ναυτιλιακές επενδύσεις, [...], είναι δύσκολο επίσης να αποδώσει κανείς την καθυστέρηση στην έλλειψη εργατικής δύναμης, από την στιγμή που τα μεταναστευτικά ρεύματα από τις πυκνοκατοικημένες ορεινές και νησιωτικές περιοχές προς τα πεδινά και τις πόλεις υπήρξαν συνεχή, [...] και ακόμη λιγότερο μπορεί να υποστηριχτεί ότι υπήρχε έλλειψη επιχειρηματικότητας: οι Έλληνες ανά τον κόσμο, δεν δίστασαν ποτέ να εμπλακούν σε οποιοδήποτε είδος επιχείρησης εμφανιζόταν επικερδές, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανικών επιχειρήσεων. [...]

Στη δεκαετία του 1890, ταυτόχρονα με την ισχυρή υποτίμηση της δραχμής, ο ρυθμός βιομηχανικής ανάπτυξης ανέκαμψε εντυπωσιακά και ακολούθησε δυναμικά ανοδική πορεία, έως το 1904-1905. Στην περίοδο αυτή οι αναπτυξιακές προοπτικές της βιομηχανίας προσέλκυσαν μάλιστα το ενδιαφέρον και των τραπεζών. Όταν η δραχμή ανατιμήθηκε και πάλι, στην περίοδο 1905-1912, η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας υπέστη σημαντικό πλήγμα και οι ρυθμοί βιομηχανικής ανάπτυξης επιβραδύνθηκαν. [...]

Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι αν η δραχμή μετά το 1904 είχε σταθεροποιηθεί σε χαμηλά επίπεδα, η βιομηχανική δυναμική της περιόδου 1893-1903 θα συνεχιζόταν και ίσως η εκβιομηχάνιση της Ελλάδος να είχε συντελεστεί ταχύτερα. Οι φωνές που καλούσαν την κυβέρνηση να ακολουθήσει πολιτική φθηνής δραχμής δείχνουν ότι αυτό το ενδεχόμενο δεν ήταν ολωσδιόλου απίθανο. Εντούτοις, μια σειρά από παράγοντες οδήγησαν σωρευτικά στην επιλογή της ανατίμησης. Η ακριβή δραχμή διευκόλυνε την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους. Η ακριβότερη πώληση προϊόντων με διεθνή ζήτηση σχετικά ανελαστική ως προς τις τιμές, όπως η σταφίδα και ο καπνός, ευνοούσε τα συμφέροντα των πιστωτών του Δημοσίου, των εισαγωγέων αλλά και των εξαγωγέων."


(αναδημοσίευση χωρίς άδεια, από το "Ελληνική Οικονομία 19ος-20ος αιώνας. Από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης" του Αλέξη Φραγκιάδη, εκδ. Νεφέλη, 2007)


Δεν ξέρω αν σας έρχονται στο μυαλό τίποτα σύγχρονα θέματα... Ούτε σύγχρονα, ούτε θέματα, είναι. Είναι παλαιά και μάλιστα αναθέματα!

Μήπως λοιπόν, δεν είμαστε ελεύθεροι συμπτωμάτων όπως έγραφα στο προ-προηγούμενο post, αλλά μιλάμε για υποτροπή νόσου; Ή μήπως για χρονίζουσα νόσο;